Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Frida Kahlo, Diego Rivera.






Σε ηλικία μόλις 6 ετών αρρώστησε από πολιομυελίτιδα, με αποτέλεσμα το ένα της πόδι να μείνει ημιπαράλυτο. Με πείσμα και διάθεση για μόρφωση, καταφέρνει το 1922 να γίνει δεκτή στο Preparatoria, το σημαντικότερο εκπαιδευτικό ίδρυμα του Μεξικού, όπου είναι ένα από τα 35 κορίτσια σε σύνολο 2.000 μαθητών. Στη σχολή πρόκειται να γνωρίσει τον μελλοντικό σύζυγό της, τον ζωγράφο τοίχων Ντιέγκο Ριβέρα, ο οποίος είχε αναλάβει να ζωγραφίσει έναν τοίχο του ιδρύματος.
Το 1925, η Κάλο υπέστη ένα σοβαρό ατύχημα, που καθόρισε την υπόλοιπη ζωή της. Το λεωφορείο στο οποίο επέβαινε συγκρούστηκε με ένα τραμ, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά στο δεξί της πόδι και τη λεκάνη της. Το ατύχημα εξάλειψε κάθε ελπίδα της να γίνει μητέρα, γεγονός που κατάφερε να αποδεχτεί πολλά χρόνια αργότερα. Το 1926, και ενώ βρισκόταν σε ανάρρωση, ζωγράφισε το πορτραίτο της. Το τελευταίο αποτελεί την αρχή μιας νέας σειράς πινάκων, όπου καταγράφει τα γεγονότα της ζωής της και τις συναισθηματικές της αντιδράσεις σε αυτά.

Ο γάμος της με τον Ριβέρα πραγματοποιείται τον Αύγουστο του 1929. «Είχα δύο ατυχήματα στη ζωή μου: το ένα ήταν με το λεωφορείο, το δεύτερο... ο Ντιέγκο», θα δηλώσει αργότερα. Η απόφαση του υπουργού Εκπαίδευσης του Μεξικού να σταματήσει το πρόγραμμα ζωγραφικής τοίχων, αναγκάζει το ζευγάρι να μεταβεί το 1930 στο Σαν Φρανσίσκο, όπου η καλλιτεχνική φήμη του Ριβέρα ήταν ήδη μεγάλη. Η Κάλο, την περίοδο αυτή, ζει στη σκιά του συζύγου της. Η κατάσταση, όμως, επρόκειτο να αλλάξει σύντομα.
Το 1932, ο Ριβέρα είχε αναλάβει να ζωγραφίσει τους τοίχους του μουσείου του Ντιτρόιτ, περίοδος που η Κάλο αποβάλλει το παιδί της. Κατά την ανάρρωσή της, ζωγράφισε την Αποβολή στο Ντιτρόιτ, το πρώτο πραγματικά ρεαλιστικό πορτραίτο της. Το στιλ της δεν θυμίζει σε τίποτα εκείνο του συζύγου της, βασισμένο στη μεξικανική παραδοσιακή τέχνη και ειδικότερα στις μικρές εικόνες, γνωστές ως retablos, τις οποίες προσέφεραν οι πιστοί στις μεξικανικές εκκλησίες.
Έκτοτε, η Κάλο άρχισε να δουλεύει μια σειρά αριστουργημάτων, που δεν είχαν προηγούμενο στην ιστορία της τέχνης. Οι πίνακές της αποτύπωναν τη γυναικεία ποιότητα της αλήθειας, της σκληρότητας και του μαρτυρίου. Διατεινόταν, ωστόσο, ότι το έργο της δεν ήταν σημαντικό. «Προτιμούσε να την βλέπουν ως μια σαγηνευτική προσωπικότητα παρά ως ζωγράφo», αναφέρει στη βιογραφία της ο συγγραφέας.



Η γνωριμία της με τον Αντρέ Μπρετόν, ηγετική μορφή του Σουρεαλισμού, το 1938 στο Μεξικό, όπου είχε επιστρέψει τρία χρόνια πριν, της δίνει την ευκαιρία να εκθέσει τα έργα της στο ευρύ κοινό. Το 1938, πραγματοποιεί μία έκθεση στη γκαλερί Julian Levy της Νέας Υόρκης, η οποία γνωρίζει τεράστια επιτυχία. Η επόμενη έκθεσή της θα λάβει χώρα στο Παρίσι, και παρά το γεγονός ότι δεν αποτελεί σημαντική οικονομική επιτυχία, θα δεχτεί εξαιρετικές κριτικές, το Λούβρο θα ζητήσει να αγοράσει ένα από τα έργα της και θα λάβει την αναγνώριση του Πικάσο. Αργότερα, ωστόσο, θα αποκηρύξει το Σουρεαλισμό, δηλώνοντας: «Νόμιζαν ότι είμαι Σουρεαλιστής, αλλά δεν ήμουν. Δεν ζωγράφισα ποτέ όνειρα. Ζωγράφιζα τη δική μου πραγματικότητα».

Η υγεία της επιδεινώνεται διαρκώς και από το 1944 και μετά, η Κάλο υποβάλλεται σε αρκετές εγχειρίσεις στη λεκάνη και το πόδι. Στις αρχές του 1950, η ψυχική της κατάσταση είναι κρίσιμη, με αποτέλεσμα να εισαχθεί σε νοσοκομείο της πόλης του Μεξικού για ένα περίπου χρόνο. Την περίοδο αυτή, η καλλιτεχνική της φήμη αυξάνει περισσότερο στις ΗΠΑ απ' ότι στο Μεξικό. Γίνεται αποδεκτή από τα μεγαλύτερα μουσεία των ΗΠΑ, ενώ το 1946 λαμβάνει υποτροφία από τη μεξικανική κυβέρνηση, καθώς και το επίσημο βραβείο της Ετήσιας Εθνικής Έκθεσης.
Μετά την επιστροφή της από το νοσοκομείο, τα έργα της είναι περισσότερο χαοτικά εξαιτίας της επίδρασης των παυσίπονων και του ποτού. Το 1954 πραγματοποιεί την πρώτη και μοναδική έκθεσή της στη χώρα της. Την ίδια χρονιά, ακρωτηριάζουν το δεξί της πόδι, που απειλούταν από γάγγραινα. Πρόκειται για ένα ισχυρό χτύπημα, σύντομα όμως ξαναστέκεται στα πόδια της.
Η τελευταία της δημόσια εμφάνιση είναι τον Ιούλιο του 1954, σε μια κομουνιστική διαδήλωση κατά της ανατροπής του αριστερού προέδρου της Γουατεμάλας, Jacobo Arbenz. Η Φρίντα Κάλο πέθανε στον ύπνο της, λίγο καιρό αργότερο. Τα τελευταία της λόγια στο ημερολόγιό της ήταν: «Ελπίζω το τέλος να είναι χαρούμενο και ελπίζω να μην επιστρέψω ποτέ ξανά. Φρίντα».



Ο Ριβέρα γεννήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου του 1886 στην πόλη Guanajuato. Σε ηλικία δέκα ετών ξεκίνησε τις σπουδές του στην Ακαδημία Τεχνών του Σαν Κάρλος. Όταν ενηλικιώθηκε συνέχισε να σπουδάζει στην Ισπανία με κρατική υποτροφία και αργότερα εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Στη γαλλική πρωτεύουσα άρχισε να διαμορφώνει και το προσωπικό του ύφος, επηρεασμένος από το κίνημα του κυβισμού και τις νωπογραφίες της Αναγέννησης. Ανάμεσα στους στενούς του φίλους ήταν και ο Μοντιλιάνι. Περίπου το 1917, εμπνευσμένος από τον Σεζάν, μεταπήδησε στον μετα-ιμπρεσιονισμό. Τότε ξεκίνησαν και οι πίνακες του να προσελκύουν την προσοχή και είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει τα έργα του σε διάφορες εκθέσεις.

Το 1920 ταξίδεψε στην Ιταλία συνεχίζοντας τις σπουδές του, ενώ το 1921 επέστρεψε στο Μεξικό, όπου μαζί με τους ομοτέχνους του Χοσέ Ορόσκο, Νταβίντ Σικέιρος και Ρουφίνο Ταμάιο φιλοτέχνησε μια σειρά από τοιχογραφίες με λαϊκά θέματα για λογαριασμό του Υπουργείου Παιδείας. Οι τοιχογραφίες του διηγούνταν ιστορίες με θέματα από την μεξικάνικη ιστορία και κοινωνία. Χρησιμοποιούσε τολμηρά, ζωηρά χρώματα και μεγάλες επίπεδες, απλοποιημένες φιγούρες με επιρροές από την τέχνη των Αζτέκων.
Κάποιες από τις πιο γνωστές τοιχογραφίες του είναι στην Εθνική Σχολή Γεωπονίας στο Chaping, στο Παλάτι Cortés στην Cuernavaca και στο Εθνικό Μέγαρο της πόλης του Μεξικού. Το φθινόπωρο του 1927 πήγε στη Μόσχα προσκεκλημένος του ΚΚΣΕ, προκειμένου να λάβει μέρος στις εορταστικές εκδηλώσεις για τα δεκάχρονα της Οκτωβριανής Επανάστασης. Μάλιστα, του ανατέθηκε να κατασκευάσει μια τοιχογραφία στη λέσχη του Κόκκινου Στρατού. Ωστόσο, το 1928 τα σχέδια ακυρώθηκαν και ο Ριβέρα, «θύμα» της διαμάχης Στάλιν - Τρότσκι, διεγράφη από το Κομουνιστικό Κόμμα του Μεξικού.
Το 1930 έγινε γνωστός και στις ΗΠΑ, όπου έπειτα από μια αναδρομική έκθεση στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, ανέλαβε τη δημιουργία τοιχογραφιών σε διάφορες πόλεις. Οι τοιχογραφίες αυτές προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις, εξαιτίας της θεματολογίας τους. Χαρακτηριστικό είναι ότι η τοιχογραφία του «Άνθρωπος στο σταυροδρόμι», που φιλοτέχνησε στο Κέντρο Νέλσον Ροκφέλερ της Νέας Υόρκης το 1933, έγινε δεκτή με διαδηλώσεις και πολλά αρνητικά δημοσιεύματα, επειδή περιείχε τη μορφή του Λένιν. Το 1934 η τοιχογραφία καταστράφηκε, ωστόσο ο Ριβέρα την ανακατασκεύασε τον επόμενο χρόνο στην πόλη του Μεξικού.

Παντρεύτηκε τέσσερις φορές, τις δύο με τη Φρίντα Κάλο. Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 71 ετών. Στη χώρα του κληροδότησε το Anahuacalli και τα στούντιο τέχνης Kahlo, που σήμερα είναι εθνικά μουσεία.




via: tvxs

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου