Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2013

¡Viva Chavela! ¡Viva México! – Ζήτω η Chavela! Ζήτω το Μεξικό!






«Tómate esta botella conmigo y en el último trago nos vamos»
Por Juanitalaquejica
El domingo 5 de agosto Chavela Vargas se bebió el último trago y se fue. De una vez por todas, pese a que había asegurado que no se iría en fin de semana, para no provocar molestia alguna a nadie. Se fue como vivió: amando, viajando y cantando.
Como solo ella pudo hacerlo, Chavela, con su fuerte personalidad y su talento, logró mantener durante más de medio siglo un puesto especial en el corazón de millones de personas en todo el mundo. Fue una mujer que vivió varias décadas de su vida a la manera del tradicional macho mexicano del siglo pasado, cargando pistola, bebiendo -casi hasta morir- de cantina en cantina, participando -como se ha dicho- en duelos por los ojos de alguna que otra bella mujer, defendiendo su homosexualidad en una época y en un continente en el que las mujeres se volvían famosas sobre todo por ser víctimas… Tal vez su secreto fuera la autenticidad y la consecuencia entre su vida y sus canciones. ¿Quién si no ella hubiera podido hacer suyo con tanto empeño el género musical de las rancheras y los corridos cuyo hábitat no era otro que el del varón,  jefe absoluto de la bronca, de las pistolas, de la revancha, pero también de la revolución.
La “chamana” Chavela eligió su final con lucidez. Encontró la fuerza (a pesar de sus 93 años ya cumplidos, de que estaba obligada a desplazarse con su silla de ruedas y de que tenía graves problemas de salud) para viajar a España y presentar su último trabajo, un homenaje a Federico García Lorca. Cuando le preguntaban en el hospital de Cuernavaca poco antes de morir si había valido la pena ese viaje, contestó dejando como un legado su valiente manera de afrontar la muerte: “Sabía de sobra lo que me costaría, pero valió la pena. Le dije adiós a Federico, les dije adiós a los amigos y me despedí de España. Y ahora, he vuelto a morir en mi país”.
Rechazó todo tratamiento agresivo, pidió que le colocaran su medallón -un amuleto que le habían regalado hacía tiempo los chamanes (y del que no se separaba nunca durante los conciertos) y cerró los ojos. No temió a la muerte porque no creía en ella, concebida como final definitivo, sino solo como transición a otro nivel. Nació en Costa Rica pero su corazón era legítimamente mexicano, con creencias que se difuminan en las selvas insondables que cubrieron los secretos de los mayas. México supo ser su padre -dijo una vez en una entrevista-;  por eso ella lo amó y lo honró.
A Chavela Vargas en Europa la conocimos principalmente a través de las películas de Pedro Almodóvar. De hecho, fue de la mano de Almodóvar como comenzó una nueva etapa en su carrera, tras veinte duros años ahogados en alcohol y en el esfuerzo por liberarse de sus propios demonios. Almodóvar expresó su admiración al decir de ella que “es por sí sola una gran y trágica obra músico-teatral. Cuando ella abre los brazos al cantar, llena el escenario entero. Chavela te canta solo a ti, solo para ti. Canta exclusivamente tu propia historia. Es algo extraordinario.”
Así la recordaré yo también, tal como “me la presentaron” en la película La flor de mi secreto: con su poncho rojo, abriendo los brazos e invitándome a viajar con ella a su mundo, al mundo mágico de México y de América Latina.
¡Viva Chavela! ¡Viva México!
———————–
«Πιάσε αυτήν την μπουκάλα να τα πιούμε παρέα και στην τελευταία γουλιά ας φύγουμε»
Της Juanita La Quejica

Η Τσαβέλα Βάργκας την Κυριακή 5 Αυγούστου στράγγιξε  την τελευταία γουλιά από το ποτήρι και έφυγε. Οριστικά. Παρότι είχε πει ότι δεν θα πέθαινε Σαββατοκύριακο, για να μην χαλάσει κανενός την βολή. Έφυγε όπως είχε ζήσει: αγαπώντας, ταξιδεύοντας και τραγουδώντας.
Με κάποιον μοναδικό τρόπο η Τσαβέλα με τη δυνατή προσωπικότητα και το ταλέντο της, κατάφερε να διατηρήσει για πάνω από μισό αιώνα μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Υπήρξε μια γυναίκα που έζησε για δεκαετίες σαν ένας παραδοσιακός “μάτσο” μεξικανός άνδρας του περασμένου αιώνα, κουβαλώντας πιστόλι, πίνοντας –σχεδόν μέχρι θανάτου- από καντίνα σε καντίνα, παίρνοντας μέρος –όπως είχε ακουστεί- σε μονομαχίες για τα μάτια όμορφων γυναικών, υπερασπιζόμενη την ομοφυλοφιλία της σε μια εποχή και μια ήπειρο που οι γυναίκες γινόντουσαν διάσημες κυρίως σαν θύματα…  Ίσως το μυστικό της να ήταν η αυθεντικότητα και η συνέπεια ανάμεσα στη ζωή και στα τραγούδια της. Ποιά άλλη θα μπορούσε να υποστηρίξει τόσο πειστικά τα ραντσέρας και τα κορίδος, που «έζησαν» μέσα στον κόσμο του άνδρα-απόλυτου άρχοντα και τσαμπουκά, των πιστολιών, της εκδίκησης αλλά και της επανάστασης;
Η «σαμάνα» Τσαβέλα επέλεξε το τέλος της με καθαρή σκέψη. Βρήκε την δύναμη –παρότι είχε κλείσει τα 93, ήταν καθηλωμένη σε αναπηρικό καρότσι και αντιμετώπιζε σοβαρά θέματα υγείας- να ταξιδέψει μέχρι την Ισπανία για να παρουσιάσει την τελευταία της δουλειά, ένα αφιέρωμα στον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.  Όταν την ρώτησαν στο νοσοκομείο της Κουερναβάκα λίγο πριν πεθάνει αν άξιζε το ταξίδι, απάντησε αφήνοντας  παρακαταθήκη θαρραλέας αντιμετώπισης του θανάτου: “Ήξερα πολύ καλά ποιό ήταν το κόστος και ναι, οπωσδήποτε άξιζε τον κόπο. Είπα αντίο στον Φεντερίκο, είπα αντίο στους φίλους και αποχαιρέτησα την Ισπανία. Και τώρα, έρχομαι για να πεθάνω στην χώρα μου”.
Αρνήθηκε κάθε παρεμβατική θεραπεία, ζήτησε να της φορέσουν το μενταγιόν-φυλαχτό που της είχαν χαρίσει πριν χρόνια οι σαμάνοι (και δεν το αποχωριζόταν ποτέ στις συναυλίες της) και έκλεισε τα μάτια της. Δεν φοβήθηκε ποτέ τον θάνατο γιατί δεν πίστευε ότι υπάρχει με την έννοια του οριστικού τέλους,  αλλά μόνο σαν μετάβαση σε ένα άλλο επίπεδο.  Ήταν γεννημένη Κοσταρικένια αλλά με καρδιά αυθεντικής Μεξικάνας, με πιστεύω που χάνονται στις απάτητες ζούγκλες που σκέπασαν τα μυστικά των Μάγια. Το Μεξικό τής στάθηκε σαν πατέρας όπως είχε πει κάποτε σε συνέντευξή της, γι αυτό και εκείνη το λάτρεψε και το τίμησε.
Tην Τσαβέλα Βάργκας στην Ευρώπη την γνωρίσαμε κυρίως μέσα από τις ταινίες του Πέδρο Αλμοδόβαρ.  Έτσι ξεκίνησε μια νέα σελίδα στην καριέρα της, μετά από 20 χρόνια σκληρά, πνιγμένα στο αλκοόλ και στην προσπάθεια να απελευθερωθεί από τους δαίμονές της. Ο Aλμοδόβαρ είχε εκφράσει τον θαυμασμό του λέγοντας ότι “είναι από μόνη της ένα μεγάλο μουσικό θεατρικό τραγικό έργο. Όταν ανοίγει τα χέρια της για να τραγουδήσει, γεμίζει όλη τη σκηνή. H Τσαβέλα τραγουδά μόνο σε σένα, μόνο για σένα. Τραγουδά αποκλειστικά την δική σου ιστορία. Είναι μια καταπληκτική ικανότητα.”
Έτσι θα την θυμάμαι κι εγώ, όπως την «πρωτογνώρισα» στην ταινία La flor de mi secreto: με το κόκκινο πόντσο, να ανοίγει την αγκαλιά της και να με καλεί να ταξιδέψουμε μαζί στον κόσμο της, τον μαγικό κόσμο του Μεξικού και της Λατινικής Αμερικής.
¡Viva Chavela! ¡Viva México!






via solatino.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου