Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Federico Garcia Lorca. Μπαλάντα της κυρά Σελήνης.


La luna vino a la fraguacon su polisón de nardos.
El niño la mira, mira.
El niño la está mirando.
En el aire conmovido
mueve la luna sus brazos                                                        
y enseña, lúbrica y pura,
sus senos de duro estaño.

Huye luna, luna, luna.
Si vinieran los gitanos,
harían con tu corazón
collares y anillos blancos.
Niño, déjame que baile.

Cuando vengan los gitanos,
te encontrarán sobre el yunque
con los ojillos cerrados.
Huye luna, luna, luna,
que ya siento sus caballos.
Niño, déjame, no pises
mi blancor almidonado.

El jinete se acercaba tocando el tambor del llano.
 Dentro de la fragua el niño, tiene los ojos cerrados.
Por el olivar ven'an, bronce y sueño, los gitanos.
 Las cabezas levantadas y los ojos entornados.
Cómo canta la zumaya,
¡ay, cómo canta en el árbol!

Por el cielo va la luna
con un niño de la mano.
Dentro de la fragua lloran,
dando gritos, los gitanos.
El aire la vela, vela.
El aire la está velando.



ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΚΥΡΑ ΣΕΛΗΝΗΣ


Ήρθε στου σιδερά το εργαστήρι η σελήνη
φορώντας ένα πέπλο από κρίνα.
Το παιδάκι την κοιτάζει, κοιτάζει.
Το παιδάκι την κοιτάζει και δεν κάνει βήμα.

Μες στον αέρα π΄ανακινήθη
κουνά τα χέρια η σελήνη
κι αποκαλύπτει, αγνή και γόησσα,
τα τσίγκινα σκληρά της στήθη.
Φεύγα σελήνη, κυρά σελήνη
γιατί αν έρθουν οι τσιγγάνοι,
θε να κάνουν την καρδιά σου
λευκούς χαλκάδες από ασήμι.

Παιδάκι, άσε με γιατί χορεύω.
Και σαν έρθουν οι τσιγγάνοι,
στο αμόνι σε βολεύω
να σε βρουν να κάνεις νάνι.
Φεύγα σελήνη, κυρά σελήνη
γιατί ακούω τ΄άλογα κοντά μου.
Παιδάκι, άσε με, και μην πατάς
τη λευκή κολαρισμένη ομορφιά μου.

Όλο κι έφτανε ο ιππέας
τύμπανο παίζοντας τον κάμπο.
Στο εργαστήρι ο μικρούλης,
κλείνει τα μάτια πάνω στον πάγκο.
Μέσ' από τον ελαιώνα , ονειροχαλκοματένιοι
καταφθάνουν οι τσιγγάνοι.
Τα κεφάλια τους ψηλά,
μάτια μισόκλειστα, εκστατικά.

Πως μοιρολογάει ο γκιόνης,
άχ, στο δέντρο πως θρηνεί!
Φεύγει η σελήνη στα ουράνια
το χέρι του μικρού κρατεί.
Μέσα στο εργαστήρι κλαίνε
και σπαράζουν οι τσιγγάνοι.
Κι ο αέρας την κοιτάζει, κοιτάζει
και ολονυχτία κάνει.


Από το βιβλίο: Χρίστος Γούδης, Λόρκα: Ποιήματα της Ανδαλουσίας (δίγλωσση έκδοση), Π. ΤΡΑΥΛΟΣ, Αθήνα, 2003

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου