Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

Γιώργος Σταμάτης : Τα οικονομικά των αφεντικών τους






Το ότι η αστική Οικονομική Επιστήμη προσπαθεί να νομιμοποιήσει και να δικαιώσει τον καπιταλισμό, παρουσιάζοντάς τον ως το καλύτερο και δικαιότερο σύστημα οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης της κοινωνίας, είναι γνωστό από παλιά. Ήδη ο Marx κατέδειξε αυτόν τον απολογητικό της χαρακτήρα. Πρόσφατες κραυγαλέες περιπτώσεις επανέφεραν το θέμα στην επικαιρότητα.


Το καθαρό προϊόν μιας οικονομίας σε μια ορισμένη περίοδο παραγωγής είναι προϊόν αποκλειστικά και μόνον της εργασίας που ξοδεύτηκε κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου για την παραγωγή του. Ακόμη κι ένας πολιτικά εξαιρετικά συντηρητικός οικονομολόγος όπως ο Keynes αναφέρει στην «Γενική θεωρία» του ότι το παραγόμενο καθαρό προϊόν είναι προϊόν της εργασίας και ότι το κεφάλαιο λαμβάνει ένα μέρος αυτού του προϊόντος, τα κέρδη, επειδή είναι σπάνιο (κι όχι επειδή το έχει παράξει αυτό το ίδιο). Στην πραγματικότητα όχι το κεφάλαιο, αλλά οι καπιταλιστές ιδιοποιούνται τα κέρδη. Και τα ιδιοποιούνται, όχι επειδή το κεφάλαιο είναι σπάνιο, αλλά επειδή οι καπιταλιστές είναι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής, εν προκειμένω του κεφαλαίου.


Η αστική Οικονομική Επιστήμη ισχυρίζεται ωστόσο ότι, πρώτον, το καθαρό προϊόν κάθε περιόδου είναι προϊόν των λεγόμενων συντελεστών παραγωγής, του κεφαλαίου και της εργασίας, δεύτερον, το κεφάλαιο παράγει τα κέρδη και η εργασία τους μισθούς, έτσι που, τρίτον, καθένας από τους δύο συντελεστές παραγωγής παίρνει από το καθαρό προϊόν ό,τι ακριβώς παρήγαγε αυτός ο ίδιος. Υπάρχει δικαιότερη κατανομή του προϊόντος;


Ο καπιταλιστικός τρόπος οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας δεν είναι όμως μόνον ο δικαιότερος δυνατός, αλλά και ο πλέον αποτελεσματικός. Διότι σύμφωνα με την αστική Οικονομική Επιστήμη η από μέρους των καπιταλιστικών επιχειρήσεων επιδίωξη του μεγαλύτερου δυνατού κέρδους, η αγορά και ο ανταγωνισμός εξασφαλίζουν την – ως προς την αντιστοιχία της προς την εκάστοτε δεδομένη ζήτηση καταλληλότερη δυνατή κατανομή των δεδομένων φυσικών πόρων, των δεδομένων μέσων παραγωγής και της δεδομένης εργασίας στις διάφορες καπιταλιστικές επιχειρήσεις καθώς και την υψηλότερη δυνατή και –για την ικανοποίησή της δεδομένης ζήτησης καταλληλότερη παραγωγή.






Οι αστοί οικονομολόγοι δεν αρκούνται όμως μόνον στην παροχή αυτών των γενικώς απολογητικών, νομιμοποιητικών και δικαιωτικών υπηρεσιών. Αναλαμβάνουν επίσης και συγκεκριμένα dirty jobs, επί το σαφέστερον: συγκεκριμένες βρωμοδουλειές. «Αναλογισθείτε τι συνέβη στις αρχές του 1970 μετά την πρώτη πετρελαϊκή κρίση και τι συμβαίνει σήμερα. Με πρόσχημα την εν λόγω κρίση συνέβησαν τα εξής: Όλοι οι οικονομολόγοι που μέχρι τότε ασπάζονταν την κεϋνσιανή άποψη μεταπήδησαν στα ούτως λεγόμενα τότε «οικονομικά της προσφοράς». Όλοι αυτοί, που μέχρι τότε ήσαν συνήγοροι μιας κεϋνσιανής δημοσιονομικής πολιτικής, μεταλλάχθηκαν ξαφνικά σε συνηγόρους μιας austerity economic policy, μιας περιοριστικής δηλαδή δημοσιονομικής πολιτικής, της γνωστής «πολιτικής λιτότητας».Όσοι ήσαν συνήγοροι της λεγόμενης κοινωνικής δημοσιονομικής πολιτικής, έγιναν τώρα πλέον συνήγοροι της αποδόμησής της. Και συνέχισαν να ζητούν την αποδόμηση και των εργασιακών και συνδικαλιστικών κεκτημένων των εργαζομένων. Και έτσι, σιγά σιγά, φτάσαμε στη γνωστή σε όλους μας κατάσταση της αποδόμησης όχι μόνο του λεγόμενου κοινωνικού αλλά και του ίδιου του κράτους ενγένει, στη λεγόμενη «ιδιωτικοποίηση», δηλ. στην εκχώρηση σημαντικών οικονομικών δραστηριοτήτων του κράτους –«κοινωνικών» ή μη στους καπιταλιστές. Οι τελευταίοι είναι βέβαια αυτοί που έθεσαν σε κίνηση αυτές τις εξελίξεις και όχι οι οικονομολόγοι. Οι οικονομολόγοι διακήρυξαν απλώς και στήριξαν «επιστημονικώς» τα σχετικά συμφέροντα των κυρίων τους»[1]. Και κανείς τους δεν εξήγησε, γιατί, ενώ μέχρι χθες πρέσβευε ότι σε περιόδους οικονομικής ύφεσης το κράτος θα πρέπει να αυξάνει τις δαπάνες του και να μειώνει τους φόρους, σήμερα ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να μειώνει τις δαπάνες και να μειώνει τους φόρους μόνο για τους καπιταλιστές.


Οι αστοί οικονομολόγοι είναι όμως πρόθυμοι και ικανοί να προσφέρουν πολύ πιο συγκεκριμένες υπηρεσίες στα αφεντικά τους. Έτσι, δύο αστέρες του Harvard, ο καθηγητής Keneth Rogoff και η καθηγήτρια Carmen Reinhart, ο πρώτος πρώην επικεφαλής του Τμήματος Οικονομικών Μελετών του ΔΝΤ και η δεύτερη πρώην επικεφαλής του Τμήματος Οικονομικών μελετών της Bear Sterns και κατά καιρούς δεύτερη τη τάξει οικονομολόγος του Τμήματος Οικονομικών Μελετών του ΔΝΤ, εκπόνησαν και δημοσίευσαν το 2010 τη μελέτη: «Growth in a time of Debt»[2]. Το συμπέρασμα της μελέτης ήταν ότι οι ρυθμοί μεγέθυνσης του ΑΕΠ των χωρών με δημόσιο χρέος μεγαλύτερο του 90% του ΑΕΠ είναι μικρότεροι κατά τουλάχιστον μία ποσοστιαία μονάδα από εκείνους χωρών με δημόσιο χρέος μικρότερο του 90% του ΑΕΠ. Μεταξύ άλλων οι Josh Bivens και John Irons[3] αντέτειναν το αυτονόητο, δηλ. ότι ένα χαμηλός ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ δεν είναι αποτέλεσμα ενός υψηλού λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ, αλλά αντιστρόφως ένας υψηλός λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ είναι και συνέπεια ενός χαμηλού ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Ματαίως. Διότι, όπως γράφει το «Der Spiegel» (Nr. 17/2013,σελ. 77) τα αποτελέσματα των Rogoff και Reinhart χρησίμευσαν σε αρκετούς συνηγόρους μιας αυστηρής περιοριστικής δημοσιοοικονομικής πολιτικής ως επιχείρημα κατά την πραγμάτευση του ζητήματος της αντιμετώπισης των γιγαντιαίων χρεών πολλών χωρών, μεταξύ των οποίων οι Jörg Asmussen της ΚΕΤ και Olli Rehn της Ε.Ε.




Η μελέτη των Rogoff και Reinhart χρησίμευσε στη νομιμοποίηση μιας αρκετά «επώδυνης πολιτικής», λέει ο Thomas Herdon (όπου παραπάνω). Ο Thomas Herdon, υποψήφιος διδάκτορας των Οικονομικών στο πανεπιστήμιο Amherst της Μασαχουσέτης, στον οποίο ανατέθηκε ως άσκηση ο έλεγχος της παραπάνω μελέτης, έδειξε ότι τα στατιστικά της στοιχεία ήσαν κατά το δη λεγόμενον γαργαλημένα και ως εκ τούτου τα αποτελέσματά της κατασκευασμένα[4]. Κι αυτό, διότι η μελέτη είχε αφήσει εκτός επεξεργασίας τα στοιχεία για πέντε χώρες καθώς και αυτά για ορισμένα έτη και μάλιστα για έτη, στα οποία συνυπήρχαν υψηλός λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ και υψηλός ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Αν συμπεριλάβει κανείς και αυτά τα στοιχεία, τότε προκύπτει ότι ο μέσος όρος του ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ για τις χώρες με λόγο δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ μεγαλύτερο του 90% είναι 2,2% και όχι 0,1%, όπως προκύπτει από τη μελέτη των Reinharh και Rogoff. Άρα η αύξηση του λόγου του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ πέραν του 90% δεν συνεπάγεται μείωση, αλλά αύξηση του ΑΕΠ. Προκλήθηκε ακολούθως κατά το «Der Spiegel» (όπου παραπάνω) παγκοσμίως αναστάτωση σε πολιτικούς και σε στελέχη κεντρικών τραπεζών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Χωρίς φυσικά να μεταβληθεί κάτι στην πολιτική, την οποία στήριξε αυτή η μελέτη. Και ευλόγως, αφού αυτή η πολιτική ασκείται, επειδή εξυπηρετεί τα συμφέροντα των καπιταλιστών και όχι για τους λόγους, για τους οποίους θέλει να μας πείσει η μελέτη ότι πρέπει να ασκείται. Η μελέτη δεν θέλει να συστήσει από επιστημονικής απόψεως την άσκηση μιας ορισμένης πολιτικής, αλλά να συσκοτίσει τους λόγους για τους οποίους ασκείται η ήδη ασκούμενη πολιτική.


Σε πρόσφατη μελέτη τους οι Olivier Blanchard και Daniel Leigh[5] έδειξαν ότι κατά την πρόβλεψη του ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ για την περίοδο 2010-2011 οι διάφοροι οργανισμοί μεταξύ αυτών και το ΔΝΤ (προϊστάμενος του Τμήματος Οικονομικών Μελετών του οποίου είναι ο Olivier Blanchard) υπεκτιμούν συστηματικά τους βραδυπρόθεσμους δημοσιοοικονομικούς πολλαπλασιαστές. Υπάρχουν δύο βραχυπρόθεσμοι δημοσιοοικονομικοί πολλαπλασιαστές, ο πολλαπλασιαστής μείωσης των δημοσίων δαπανών και ο πολλαπλασιαστής αύξησης των φόρων. Ο πρώτος δηλοί πόσο μειούται βραχυπρόθεσμα το ΑΕΠ, όταν οι δημόσιες δαπάνες μειούνται κατά μία χρηματική μονάδα. Και ο δεύτερος δηλοί πόσο μειούται βραχυπρόθεσμα το ΑΕΠ, όταν οι φόροι αυξάνονται κατά μια χρηματική μονάδα. Έτσι, εάν ο πρώτος πολλαπλασιαστής είναι ίσος με 0,5 (ή ίσος με 1,5), τότε, όταν οι δημόσιες δαπάνες μειωθούν κατά μια χρηματική μονάδα, το ΑΕΠ μειούται βραχυπρόθεσμα κατά 1Χ0,5, δηλ. κατά 0,5 (ή κατά 1Χ1,5, δηλ. κατά 1,5) χρηματικές μονάδες. Και εάν ο δεύτερος είναι ίσος με 0,75 (ή ίσος με 2), τότε, όταν οι φόροι αυξηθούν κατά μια χρηματική μονάδα, το ΑΕΠ μειούται βραχυπρόθεσμα κατά 1Χ0,75 δηλ. κατά 0,75 (ή κατά 1Χ2, δηλ. κατά 2) χρηματικές μονάδες. Οι προβλέψεις του ρυθμού μεγέθυνσης για το διάστημα 2010-2011 από μέρους του ΔΝΤ προϋπέθεταν δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές γύρω στο 0,5, ενώ οι Blanchard και Leigh υπολόγισαν ότι οι πραγματικοί κυμαίνονταν μεταξύ 0,9 και 1,7. Αυτό είχε ως συνέπεια ότι το ΔΝΤ υπεκτιμούσε σημαντικά την μείωση του ΑΕΠ συνεπεία μιας μείωσης των δημοσίων δαπανών. Έτσι ανέμενε ότι μια μείωση των δημόσιων δαπανών κατά μια χρηματική μονάδα θα συνεπάγονταν μια μείωση του ΑΕΠ κατά 0,5 χρηματικές μονάδες, ενώ αυτό το τελευταίο στην πραγματικότητα μειώθηκε κατά ένα ποσό μεταξύ 0,9 και 1,7 χρηματικών μονάδων.


Αντιπαρερχόμαστε το ότι η άποψη, πως μια μείωση των δημόσιων δαπανών κατά μια χρηματική μονάδα συνεπάγεται μια μείωση του ΑΕΠ σημαντικά μικρότερη από μια χρηματική μονάδα, είναι παντελώς παράλογη[6], για να διαπιστώνουμε ότι η υποεκτίμηση των δημοσιονομικών πολλαπλασιαστών είναι ταυτόσημη με την συνηγορία υπέρ μιας αυξημένης περικοπής των δημοσίων δαπανών. Κι αυτό, επειδή για δεδομένη προγραμματισμένη μεταβολή του ΑΕΠ η περικοπή των δημόσιων δαπανών που είναι συμβατή με αυτήν την μεταβολή του ΑΕΠ είναι προφανώς μεγαλύτερη στην περίπτωση υποεκτίμησης απ’ ότι στην περίπτωση ορθής εκτίμησης των δημοσιονομικών πολλαπλασιαστών. Αντιστοίχως, το ότι μία ορισμένη μείωση των δημόσιων δαπανών συνεπάγεται μια μείωση του ΑΕΠ σημαντικά μεγαλύτερη από εκείνη που προβλέπει το ΔΝΤ συνηγορεί υπέρ μιας ηπιότερης μείωσης των δημοσίων δαπανών.


Αυτό όμως ισχύει μόνον για τον αντικειμενικό παρατηρητή του πράγματος. Όχι όμως για τους Blanchard και Leigh. Κλείνουν τη μελέτη τους ως εξής: «Τέλος, αξίζει να τονισθεί ότι η απόφαση για την κατάλληλη θέση δημοσιονομικής πολιτικής απαιτεί πολύ περισσότερα από μία εκτίμηση σχετικά με το μέγεθος των βραχυπρόθεσμων δημοσιοοικονομικών πολλαπλασιαστών. Έτσι, τα αποτελέσματα μας δεν πρέπει να ερμηνευθούν ως επιχειρηματολογία για μια ορισμένη θέση δημοσιοοικονομικής πολιτικής σε μια ορισμένη χώρα. Ιδίως τα αποτελέσματα δεν συνεπάγονται ότι η δημοσιοοικονομική σταθεροποίηση δεν είναι επιθυμητή. Στην πραγματικότητα όλες οι ανεπτυγμένες οικονομίες έρχονται αντιμέτωπες με την πρόκληση δημοσιοοικονομικής προσαρμογής εις αντιμετώπισιν αυξημένων επιπέδων δημοσίου χρέους και μελλοντικών πιέσεων επί των δημόσιων οικονομικών εκ μέρους δημογραφικών μεταβολών. Οι βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις της δημοσιοοικονομικής πολιτικής στην οικονομική δραστηριότητα είναι ένας μόνο από πολλούς παράγοντες, οι οποίοι πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τον καθορισμό του ρυθμού της δημοσιοοικονομικής σταθεροποίησης για κάθε μεμονωμένη χώρα.»


Τουτέστιν μεθερμηνευόμενον: Η μείωση των δημοσίων δαπανών είναι πάντα προς το συμφέρον των καπιταλιστών και πρέπει να συνεχιστεί[7]. Κι αν η αποκάλυψη της υποεκτίμησης των δημοσιοοικονομικών πολλαπλασιαστών δυσχέρανε την αιτιολόγηση της συνέχισής της, τη διευκολύνουν τώρα οι επαπειλούμενες μελλοντικές αυξήσεις του δημοσίου χρέους και οι δημοσιοοικονομικές επιπτώσεις πιθανών δημογραφικών μεταβολών. Και εντέλει, οι βραχυπρόθεσμες αρνητικές επιπτώσεις της μείωσης των δημοσίων δαπανών στο ΑΕΠ δεν είναι ο μόνος παράγων που θα έπρεπε να λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό του μεγέθους των μειώσεων των δημοσίων δαπανών.


Οι δύο περιπτώσεις, που παρουσιάσαμε εδώ επειδή έτυχαν μιας κάποιας διεθνούς δημοσιότητας, δείχνουν ότι η αστική οικονομική επιστήμη, για να στηρίξει και να νομιμοποιήσει πολιτικές που εξυπηρετούν τα συμφέροντα των καπιταλιστών, εν προκειμένω την πολιτική μιας περιοριστικής δημοσιοοικονομικής πολιτικής, δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει λαθροχειρία και απάτη. Απάτη και λαθροχειρία συγκαλύπτονται από δήθεν προχωρημένες επιστημονικά ποσοτικές τεχνικές μεθόδους, από οικονομετρικές μεθόδους. Η οικονομετρία παίζει εδώ το ρόλο του φαρμακοντούλαπου και της συλλογής ιατρικών εργαλείων και συσκευών του μοντέρνου κομπογιαννίτη.








[1] Γιώργος Σταμάτης, Περί νεοφιλελευθερισμού, Εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα 2007, σελ. 9-10.




[2] NBER, Working Paper 15639, January 2010.




[3] Government Debt and Economic Growth, July 26, 2010.




[4] Δες Thomas Herdon, Michael Ash, Robert Pollin, Does High Public Debt Consistently Stifle Economic Growth? A Critique of Reinhart and Rogoff, PERI, WP series 322, April 2013.




[5] International Monetary Fund, World Economic and Financial Surveys. World Economic Outlook, October 2012: Coping with High Debt and Sluggish Growth, Box 1.1: Are We Underestimating Short-term Fiscal Multipliers? και Groeth Forecast Errors and Fiscal Multipliers, IMF Working Paper, January 2013.




[6] Αν οι δημόσιες δαπάνες που μειώθηκαν είναι δαπάνες για αγαθά και υπηρεσίες , τότε η μείωση του ΑΕΠ είναι μικρότερη της μονάδας στο βαθμό που αυτές οι δαπάνες περιέχουν και εισαγωγές. Αν οι ίδιες αυτές κατά μια μονάδα μειωθείσες δημόσιες δαπάνες είναι δαπάνες μισθοδοσίας δημοσίων υπαλλήλων, τότε η μείωση του ΑΕΠ είναι μικρότερη της μονάδας στο βαθμό που οι θιγέντες δημόσιοι υπάλληλοι δεν καταναλώνουν όλους τους μισθούς τους, επειδή αποταμιεύουν ένα μέρους από αυτούς. Αυτό συμβαίνει στην πρώτη περίοδο. Ωστόσο το ΑΕΠ μειούται και στις επόμενες περιόδους, καίτοι κατά φθίνοντα ποσά. Έτσι μπορούμε να αναμένουμε ότι το ΑΕΠ βραχυπρόθεσμα θα μειωθεί κατά ένα χρηματικό ποσό μεγαλύτερο της μονάδας, δηλ. ότι ο βαρχυπρόθεσμος πολλαπλασιαστής των δημοσίων δαπανών θα είναι μεγαλύτερος της μονάδας.




[7] Η μείωση όλων των ειδών δημοσίων δαπανών είναι προς τι συμφέρον των καπιταλιστών. Το ότι η μείωση των κοινωνικών δημοσίων δαπανών είναι προς το συμφέρον τους είναι προφανές. Το ίδιο ισχύει και για τις δαπάνες μισθοδοσίας και συνταξιοδότησης των εργαζομένων στο Δημόσιο. Εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να είναι ορθό ότι και η μείωση των δημοσίων δαπανών για αγαθά και υπηρεσίες που παράγουν οι καπιταλιστές είναι προς όφελος των τελευταίων. Και όμως είναι –τουλάχιστον μακροπρόθεσμα. Είναι μακροπρόθεσμα προς όφελος των καπιταλιστών ακόμα και η μείωση των δημοσίων δαπανών για αγαθά και υπηρεσίες που παράγουν οι ίδιοι οι καπιταλιστές, στο βαθμό που μακροπρόθεσμα είναι προς το συμφέρον και προς όφελος των καπιταλιστών ο περιορισμός του Δημοσίου και συνεπώς και των δαπανών του γενικώς. Δεν χρειάζεται να ανησυχούν οι καπιταλιστές για τη μείωση της ζήτησης του Δημοσίου για αγαθά και υπηρεσίες που παράγουν οι ίδιοι. Διότι η συρρίκνωση του Δημοσίου και των δαπανών του συνεπάγεται αντίστοιχη επέκταση του ιδιωτικού καπιταλιστικού τομέα της οικονομίας. Έτσι τα αγαθά και τις υπηρεσίες που παρήγαγαν οι καπιταλιστές μέχρι τώρα αλλά δεν παράγουν πλέον για το Δημόσιο, θα τα παράγουν τώρα γι’ αυτούς τους ίδιους. Για να το πούμε σχηματικά: αντί να παράγουν όπως πριν σχολεία και νοσοκομεία για το Δημόσιο θα παράγουν τώρα βίλες και κότερα για τους εαυτούς τους.

Πηγή : Praxis via Traverso Rossa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου